Η κριτική των νέων ταινιών από τον Τάσο Θεοδωρόπουλο



Οι νέες ταινίες έφτασαν στους κινηματογράφους και ο Τάσος Θεοδωρόπουλος κάνει μέσα από το περιοδικό DownTown και το FollowMe.gr την κριτική του!

Ο ΠΙΤ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ ΤΟΥ/ PETE’S DRAGON

*Δράκος ή ιπτάμενη μοκέτα;

Ρωτάω γιατί αυτό το πράσινο τρίχωμα του ζωντανού μού θύμισε το σαλόνι της θειας μου της Μανούσαινας, ο Θεός να την αναπαύσει. Η θεια μου η Μανούσαινα είναι μία από τις 1.534 σκέψεις που έκανα κατά τη διάρκεια της ταινίας: Να κάνω ή να μην κάνω λεύκανση; Πώς μπορούν και τρώνε πίτσα πεπερόνι με ανανά; Και άλλα τέτοια. Αλλιώς δεν τη βγάζεις την ταινία. Δεν πάει να είναι Disney, δεν πάει να είναι παιδικό, οπότε πρέπει να το δεις με άλλη πιο επιεική ματιά, υποτίθεται, πάνω από επτάχρονο αν το πας στην ταινία, που έχει κάθε δικαίωμα να κατρακυλήσει στο αλκοόλ, τα ναρκωτικά και τις πουτάνες όταν μεγαλώσει. Για τόση βαρεμάρα μιλάμε που να φανταστείς πως είναι η πρώτη φορά που δεν διαμαρτύρομαι για το ότι η ελληνική εταιρεία διανομής αποφάσισε να μην κυκλοφορήσει την τρισδιάστατη κόπια της ταινίας. Ένα καλό πράγμα, σχεδόν ψυχικό δηλαδή, έκανε ο David Lowery που σκηνοθετεί κι αυτό είναι πως μας έδειξε επιτέλους σε τι είδους ταινιών μπορεί να είναι χρήσιμη η υποκριτική της Bryce Dallas Howard. Ένα αγοράκι χάνει τους γονείς του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, αυτό όμως επιβιώνει, μπαίνει στο δάσος και μεγαλώνει παρέα με έναν δράκο, που οι δημιουργοί του στα ειδικά εφέ έχουν κάνει ό,τι μπορούν για να μοιάζει το βλέμμα του με θλιμμένο κουτάβι στη βαρυχειμωνιά. Πλάκα-πλάκα, το εφέ έπιασε, μια κυρία δίπλα μου δάκρυσε, τι τραβάει ο ψυχαναλυτής της, σκέφτηκα. Λίγο από Μόγλη, λίγο από Κινγκ Κονγκ για νήπια, το αγόρι μεγαλώνει σαν αγρίμι, μέχρι τη στιγμή που ανακαλύπτουν κι αυτόν και τον δράκο του. Αυτόν θέλουν να τον στείλουν σε ίδρυμα και τον δράκο να τον κάνουν τσίρκο. Η πρωτοτυπία σε τσακίρ κέφι δηλαδή, σε μία από τις πιο απρόσωπες παραγωγές της Disney, που όσο κι αν κόστισε, ως αίσθηση σου κάνει τηλεταινία δευτεράντζα.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Δ (Τι ωραίος ύπνος!...)

JULIETA

***Γιατί απέφυγαν τη δημοσιογραφική προβολή;

Όχι μιας οποιασδήποτε ταινίας, αλλά της νέας ταινίας του Almodovar. Η επίσημη δικαιολογία από το γραφείο διανομής είναι πως δεν έφτασαν εγκαίρως τα DCP (oι κόπιες). Όταν τους ρώτησα πώς κι έφτασαν εγκαίρως για την προβολή έναρξης στο Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας μου απάντησαν ότι αυτό ήταν άλλο. Στο εξωτερικό, όταν συμβαίνει κάτι ανάλογο, θεωρείται πάντα κακός οιωνός και όσον αφορά στη συγκεκριμένη ταινία, που προσωπικά την είδα, ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί ο κόσμος σε Almodovar και Woody Allen πάει στάνταρ. Αν όμως οι κριτικές μιλάνε για μία από τις χειρότερες ταινίες της καριέρας του σκηνοθέτη; Θα μου πεις, ποιος τους γράφει τους κριτικούς. Ναι, αλλά το ρισκάρεις; Γιατί προσωπικά τη θεωρώ όχι μόνο μία από τις χειρότερες στιγμές της καριέρας του, αλλά και ένα από τα πιο βαρετά και γερασμένα κινηματογραφικά δίωρα της χρονιάς. Όχι «Χουλιέτα» αλλά «Χαλιέτα» θα έπρεπε να λέγεται. Ο σκηνοθέτης που έχω βαρεθεί να διαβάζω πόσο αγαπάει τις γυναίκες (με έναν αδερφίστικο και τόσο κλισέ πλέον όμως τρόπο) αισθάνεται τόσο ένοχος από το δαλιανίδειο απολαυστικό ξεμπούρλεμα του «Δεν Κρατιέμαι» που έθαψαν οι κριτικοί, με αποτέλεσμα εδώ να κάνει ό,τι μπορεί για να τον αγαπήσουν ξανά. Σε ακόμη ένα γυναικείο ψυχογράφημα, χωρίς σχεδόν ίχνος χιούμορ, με αυτοκαταστροφική σοβαροφάνεια και μπόλικη δηθενιά (ανοιχτό φινάλε κ.λπ.) που δεν καταλαβαίνεις τι ιστορία θέλει να διηγηθεί. Πιάνεις πως το κέντρο έχει να κάνει με την ενοχή και την εξιλέωση. αλλά από ένα σημείο και μετά δεν σε αφορά. Ένα περιστατικό θα αναγκάσει τη Julieta, η οποία ζει αποξενωμένη από την κόρη της, χωρίς καμία πληροφορία για το πού βρίσκεται, να ανατρέξει στο παρελθόν αντιμετωπίζοντας τα γεγονότα που οδήγησαν την κατάσταση εκεί. Ο Almodovar κάνει το τρελό λάθος να επιλέξει με θεατρική λογική τρεις διαφορετικές γυναίκες, οι οποίες υποδύονται την ηρωίδα σε διαφορετικές ηλικιακές φάσεις. Αυτό όμως που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως τρεις θεατρικοί μονόλογοι, στην οθόνη βγαίνει στη μούγγα, με την ατμόσφαιρα και τις εκφράσεις να προσπαθούν να πουν αυτά που δεν λένε οι χαρακτήρες σε έναν αδικαιολόγητο, σχεδόν παιδαριώδη ιστό συμπτώσεων και μεμονωμένων γεγονότων. Πέρα από τη γνωστή του, απολαυστική αισθητική στο καδράρισμα και την απολαυστική αλλά αναξιοποίητη κωμικο-δραματική νότα της εμφάνισης της Rossy de Palma, δεν υπάρχει πραγματικά τίποτε άλλο που να σε συγκινεί. Εκτός από την παρακμή του αγαπημένου σου σκηνοθέτη.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Γ Και αυτό μόνο από σεβασμό στον Almodovar

ΟUIJA 2: H ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ/ ΟUIJA: ORIGIN OF EVIL

Εσύ στα πόσα φαντάσματα «καίγεσαι»;

«Καίγεσαι» εγκεφαλικά εννοώ, γιατί, απ’ ό,τι διαβάζω και ακούω, αυτή είναι και η μόνη αντίδραση που μπορεί να σου προκαλέσει η ταινία, η οποία είναι και prequel, παρακαλώ, δηλαδή σου δείχνει τι συνέβη πριν από την πρώτη ταινία. Άσχετο, αλλά η Καίτη Γαρμπή όταν τραγουδούσε το «Φαντασματάκι» ήταν πιο τρομακτική ως φωνή απ’ όλες αυτές τις ταινίες με το μεταφυσικό που έχουν κατακλύσει τα μούλτιπλεξ και είναι εμ τρόμου, εμ κατάλληλες για ανηλίκους, δηλαδή μούφα. Το Ouija είναι αυτός ο πίνακας με τα γράμματα που βάζεις το χέρι σου πάνω σε ένα μαραφέτι, επικαλείσαι το πνεύμα και αυτό καθοδηγεί το χέρι σου πάνω στα γράμματα σχηματίζοντας λέξεις. Η αφίσα της ταινίας προσπαθεί να δώσει και μια πολιτική χροιά στην ταινία, μπας και αποκτήσει ενδιαφέρον, γράφοντας «Όταν μιλάς με τον άλλον κόσμο, ποτέ δεν ξέρεις ποιος σε ακούει» υπονοώντας πως παρακολουθείσαι από την ΕΥΠ. Κατά τ’ άλλα, βρισκόμαστε στο Los Angeles του 1967, όπου μία χήρα με τις δύο της κόρες καλεί πνεύματα όχι για να της συγχωρεθούν τα πεθαμένα της, αλλά για να αβγατίσει ο τραπεζικός της λογαριασμός, εφόσον εξαπατά αφελείς. Μαϊμού μεν η χήρα, αλλά την πατάει, αφού αποδεικνύεται ότι τελικά το έχει μέσα της, με αποτέλεσμα να έρθει ο πνεύμας ο αράπης και να της δαιμονίσει την κόρη. Για την ιστορία, ο σκηνοθέτης Mike Flanagan ειδικεύεται σε ανάλογες παπαρίτσες τρόμου Disneyland.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ? (Δεν ξέρω, δεν είδα, άγιο είχα μάλλον)

ΣΧΟΛΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΙΑ / MIDDLE SCHOOL: THE WORST YEAR OF MY LIFE

Η εκδίκηση του πιτσιρικά

Τι είναι πάλι τούτο; Από πού ήρθε και γιατί; Μετριότατη η κριτική αποδοχή και η ψηφοφορία του κοινού στο imdb για μια προεφηβική κωμωδία, που συνδυάζει κινούμενα σχέδια με ηθοποιούς και βασίζεται σε βιβλίο. Μολονότι αισθητικά στο trailer υπάρχουν υποσχέσεις, φαντασία και γενικά μια ευοίωνη αίσθηση για ταινία του είδους, δεν ξέρω κανέναν από τους ηθοποιούς. Δυστυχώς όμως θυμήθηκα τον σκηνοθέτη Steve Carr ως υπεύθυνο για μερικές από τις πιο ηλίθιες κωμωδίες του Eddy Murphy (Μπαμπάδες Νταντάδες, Dr Dolittle 2) που έφτασαν την καριέρα του ηθοποιού στο πάτωμα. Ιδιαίτερος και ακοινώνητος πιτσιρικάς που έχει φάει πόρτα από διάφορα σχολεία και προτιμάει να περνάει την ώρα του σχεδιάζοντας εξωγήινους κόσμους, έρχεται αντιμέτωπος με τον χειρότερο εφιάλτη του όσον αφορά sτον διευθυντή-φασίστα του καινούργιου σχολείου του. Με τη βοήθεια της καλλιτεχνικής του φύσης και άλλων μαθητών, ο ήρωας θα αποφασίσει να εξοντώσει το νευρικό -και όχι μόνο- σύστημα όσων του επιβάλλουν καταπιεστικά πρέπει, κι εμείς απλώς ελπίζουμε να μην εξοντώσει και το δικό μας.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: ? (Δεν ήμουνα εκεί, είχα πάει λαϊκή)

Ιστορία αγάπης, μέσα στην ιστορία μιας χώρας

H ΜΕΓΑΛΗ EΠΙΣΤΡΟΦΗ

GUI LAI

Την ώρα που εγώ ήμουν ψιλοέτοιμος να τον πάρω (τον ύπνο), η μητέρα μου αναφωνούσε αριστούργημα και επηρεάστηκα. Η αλήθεια είναι πως οι ρυθμοί της ταινίας απαιτούν ιδιαίτερη υπομονή από τον θεατή, τον οποίο και ανταμείβουν με μια εξαίσια συναισθηματική διακριτικότητα που όμως δρα μέσα του ύπουλα σαν οξύ. Στα άγρια χρόνια της πολιτιστικής επανάστασης του Μάο στην Κίνα, ο Λου μεταφέρεται από το καθεστώς σε στρατόπεδο «αναμόρφωσης», αφήνοντας πίσω του τη γυναίκα του Φενγκ και την κόρη τους Νταν Νταν. Η τελευταία, που έχει μεγάλες φιλοδοξίες για το μπαλέτο, αποδεικνύεται και σκληρό κουμμούνι και καρφί. Όταν ο Λου δραπετεύει και κανονίζει να συναντηθεί με τη σύζυγό του, η Νταν Νταν τον δίνει με τη μία στις αρχές, προκειμένου να αποκτήσει την εύνοια του κόμματος και να γίνει πρίμα μπαλαρίνα σε μια παράσταση. Με το τέλος πολιτιστικής επανάστασης, ο Λου ελεύθερος επιστρέφει σπίτι και, ανακαλύπτοντας πως η γυναίκα του δεν τον θυμάται, προσπαθεί να βρεθεί δίπλα της και να αναζωπυρώσει τη μνήμη της με διάφορους τρόπους. Και ο Zhang Yimou προσπαθεί, αλλά τελικά μάλλον αποφεύγει να ξεκαθαρίσει τη θέση του με το καθεστώς της χώρας του, επιλέγοντας την αμφίβολη πολιτικά αλληγορία και το συναισθηματικό ψυχογράφημα, διαιωνίζοντας την προσωπική, υπερταλαντούχα μεν, σχιζοφρένειά του δε. Για να μην ξεχνιόμαστε, μιλάμε για έναν σκηνοθέτη που ήρθε σε κάθετη ρήξη και του επιβλήθηκαν απαγορεύσεις από την κινεζική κυβέρνηση την εποχή τού Σήκωσε τα Κόκκινα Φανάρια. Στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο τη μοναδική, ποιητική, θεαματική αισθητική του με διεθνείς εμπορικές επιτυχίες ταινιών πολεμικών τεχνών που χάρισαν στο είδος τη σφραγίδα της τέχνης. Κάτι που όχι μόνο τον κατέστησε αγαπημένο κινηματογραφικό παιδί του καθεστώτος, αλλά και επίσημο προπαγανδιστή του, με τη σκηνοθεσία της ομολογουμένως ανεπανάληπτης οπτικά, αλλά φασιστικής αυστηρότητας, τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων του Πεκίνου. Για να επιστρέψει στη συνέχεια σε χαμηλότονες προσωπικές ταινίες όπως αυτή εδώ. Η καλλιτεχνική του ευελιξία είναι αξιοθαύμαστη και σπάνια. Η ερμηνεία της αγνώριστης, γερασμένης κι άβαφτης Gong Li βάζει κάτω τις δέκα τελευταίες γυναίκες που κέρδισαν Όσκαρ. Το βουβό ζεν μιας γεμάτης με αγάπη, αλλά πικρής αποδοχής, φέρει μέσα του έναν καταλυτικό σπαραγμό, μιας συναισθηματικής λούπας, η οποία τονίζεται από την κινηματογραφική θεατρικότητα της ατμόσφαιρας. Είναι όμως αυτό το αμνησιακό ζεν, συγχωροχάρτι διαγραφής, ή τραυματικό σημάδι υπενθύμισης, του μαοϊκού παρελθόντος; Αυτό, μόνο ο Yimou το ξέρει.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: B Μνήμη και έρωτας σαν νιφάδες χιονιού

Μεγάλη βέλγικη νύστα, σόρι, νύχτα εννοούσα

ΒΕLGICA

Η ταινία διαρκεί 2 ώρες και 7 λεπτά. Στα 40 λεπτά είχα αρχίσει να βαριέμαι, παρά τη φασαριόζικα άψογη, εμ γυαλιστερά χρωματιστή, εμ ντοκιμενταρίστικα δυναμική και ακατέργαστη, σκηνοθετική προσέγγιση της βελγικής avant garde νυχτερινής κλαμπίστικης σκηνής, κάτι σαν Νταρντέν με φωτορυθμικά και μπούγιο. Ο λόγος ήταν πως τα ψήγματα ιστορίας που μου είχαν δοθεί στην αρχή παρέμεναν ψήγματα χωρίς ουσιαστική εξέλιξη, να επιπλέουν σαν απομεινάρια ναυαγίου μέσα σε έναν ωκεανό μουσικής, live εμφανίσεων, σκηνών με τσαμπουκάδες, πηδήματα και σνιφαρίσματα κόκας, τουρλού κομπλέ. Δείχνω υπομονή, υπολογίζοντας μαθηματικά τη δόμηση της ταινίας, λέω στο ένα τρίτο είμαστε, δικαιολογείται ως χτίσιμο του υπόβαθρου. Στη 1 ώρα κάτι διαφορετικό δεν είχε συμβεί, στη 1 ώρα και 20 τα παράτησα, όχι εκνευρισμένος, απλώς χωρίς να έχω κανένα μα κανένα ενδιαφέρον. Κι αν, θα μου πεις, αυτός ήταν ο σκοπός του σκηνοθέτη; Να σε ξεναγήσει ρεαλιστικά με αφορμή μια μυθοπλασία στο νυχτερινό Βέλγιο, την προχώ σκηνή του, τον τρόπο διασκέδασης και έκφρασης μιας νεολαίας σε αδιέξοδο αλλά και τη μίζερη καθημερινότητα των λαϊκών ονείρων (όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν κάπου στην ιστορία και τους χαρακτήρες); Αν στα υπόλοιπα 47 λεπτά που δεν έκατσες να δεις συνέβη κάτι συγκλονιστικό, μια ανατροπή τρομερή που να δικαιολογεί όλο το προηγούμενο; Να με σχωράτε, μαντάμ, αλλά κι ο Ιησούς με καλσόν να εμφανιζόταν, 80 λεπτά που είδα είναι υπεραρκετά για να αποφασίσω αν θέλω να δω κι άλλο, και αδιαφορώ παντελώς για τον στόχο του καλλιτέχνη, εφ’ όσον με αποξενώνει ως θεατή. Κατά τα άλλα, σκηνοθετεί ο Felix van Groeningen και η υπόθεση-αφορμή, περιστρέφεται γύρω από τα προβλήματα, τις νυχτερινές εξάψεις, τις αγωνίες και τα μπλεξίματα που αντιμετωπίζουν δύο αδέλφια, ιδιοκτήτες ενός hot νυχτερινού μαγαζιού, και ο περίγυρός τους.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: Δ Μην το πίνεις άμα σε πίνει

Mελόδραμα, ψυχογράφημα ή αντιπολεμικό μήνυμα;

FRANTZ

Λίγο από όλα, και εκεί βρίσκεται ένα από τα προβλήματα της ταινίας, που ξεκινούν από τον ίδιο το σκηνοθέτη της. Ο υπερπαραγωγικός και ταλαντούχος Γάλλος François Ozon είναι ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του σύγχρονου κινηματογράφου Έχει ένα ιδιαίτερο στυλ που χρειάζεσαι εκπαίδευση για να το αισθανθείς αλλά αδυνατείς να το προσδιορίσεις με ακρίβεια, εφ’ όσον η φιλμογραφία του περιέχει τα πάντα. Είναι σαν να ίπταται πάνω από τα γεγονότα και τους χαρακτήρες που κινηματογραφεί, με μια διάθεση πρόκλησης και ειρωνικής αποστασιοποίησης, που ταυτόχρονα αποτελεί φόρο τιμής με λιγότερη ή περισσότερη κλίση σε μια gay ευαισθησία που είναι όμως κλινική, στον αντίποδα της πληθωρικότητας ενός Αλμοδόβαρ. Αν στα παραπάνω προσθέσεις το ότι ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος ούτε ως προς το τι του κίνησε το ενδιαφέρον να γυρίσει την τάδε ταινία ούτε ως προς το πού θέλει να καταλήξει, πάνω-κάτω έχεις μια μη εικόνα του μυστηρίου. Στη συγκεκριμένη δουλειά του, της οποίας η πρωταγωνίστρια Paula Beer κέρδισε βραβείο ερμηνείας στο φεστιβάλ Βενετίας, διασκευάζει μια ξεχασμένη ταινία του Ernst Lubitch, το Χαμένο Τριαντάφυλλο του 1932 η οποία με τη σειρά της βασίστηκε στο θεατρικό του Maurice Rostand Ο άντρας που έχω σκοτώσει. Αισθητικά, ποντάρει σε ένα θελκτικό αλλά βεβιασμένο ψηφιακά και μάλλον άψυχο παιχνίδι με το ασπρόμαυρο στο οποίο παρεμβάλλονται έγχρωμα στιγμιότυπα. Ο Lubitch είχε στόχο τη δημιουργία μιας αντιπολεμικής ταινίας, με έξτρα μπόνους μια ρομαντική ιστορία. Ο Ozon, από την άλλη, αλλάζει εντελώς το δεύτερο μισό του πρωτότυπου υλικού, εστιάζοντας στο ρομάντζο, το μυστήριο και την εσωτερική πορεία – χειραφέτηση – απογαλακτισμό – θρήνο – εξάρτηση και απεξάρτηση – συναισθηματική αφύπνιση αμφιλεγόμενης κατάληξης της ηρωίδας του (o σκηνοθέτης λατρεύει τις γυναίκες) και φυσικά στο μυστήριο της περσόνας του ήρωα που θα εισβάλει στη ζωή της και τον υποδύεται απολαυστικά όπως πάντα ο Pierre Niney. Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γερμανίδα Άνα, που έχασε τον άντρα της από τους Γάλλους στον πόλεμο, ζει μια μουντή ζωή, θρηνώντας την απώλεια της, μαζί με τους γονείς του συζύγου της, Φραντζ. Μέχρι τη στιγμή που θα μπει στη ζωή τους ο μυστηριώδης Αντριάν, ένας Γάλλος που αφήνει λουλούδια στον τάφο του πεθαμένου, ισχυριζόμενος ότι με τον Φραντζ υπήρξαν φίλοι στο Παρίσι. Μια σχέση την οποία ο σκηνοθέτης παρουσιάζει με ομοφυλοφιλικό υπονοούμενο. Παρά τη σύγχυση της ταινίας, ο Ozon καταφέρνει να δημιουργήσει μια ελεγειακά ανησυχητική ατμόσφαιρα, που σε παρασύρει στην υπόθεσή της, με σημαντικό εμπόδιο μια αίσθηση ψυχρότητας, ένα ζάλισμα πυξίδας και έναν αστικό comme il faut σινεφίλ εστετισμό για κυρίες με ταγέρ.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: B Όμορφη τέχνη σε κρίση ταυτότητας  

Η ανατολή μιας νέας εποχής ηρώων ειδικών ικανοτήτων;

Ο ΛΟΓΙΣΤΗΣ

THE ACCOUNTANT

Ένα από τα πιο περίεργα, όσον αφορά στη mainstream παραγωγή, θρίλερ δράσης η οποία αγγίζει τόσο τα όρια της γελοιότητας όσο και της συναρπαστικής ιδιαιτερότητας με έναν τρόπο που σε σχιζοφρενιάζει, αλλά όσο συνειδητοποιείς τα υλικά του έργου, σε παίρνει μαζί του και εκ των υστέρων σε εντυπωσιάζει. Κι αυτό γιατί στην εξαιρετική, τελευταία σκηνή της ταινίας είναι που συνειδητοποιείς αυτό το τρελό που σου έχει δοθεί σαν δεδομένο από την αρχή με τρόπο που εσύ το αποδέχεσαι σαν κάτι τελείως φυσιολογικό. Το ότι ο ήρωας που παλεύει για το καλό της υπόθεσης -πέρα από φονική μηχανή, εξπέρ στις πολεμικές τέχνες, μοναδική ιδιοφυΐα και συνεργάτης των μεγαλύτερων εγκληματιών και διακινητών μαύρου χρήματος-, είναι μια βαριά κλινική περίπτωση αυτιστικού παιδιού. Ένα εξαιρετικό, ευφυέστατο εύρημα που όχι απλώς εντάσσεται και αξιοποιείται λειτουργικά μέσα στη δράση, αλλά αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της και αυτό που την κάνει μοναδική ως εμπειρία. Με επιπλέον ατού, ότι σε αντίθεση με τα κοινωνικά μελοδράματα με θέμα τον αυτισμό που ποντάρουν στο εύκολο δάκρυ σου, οι τύποι εδώ κάνουν πολύ πιο ουσιαστική δουλειά όσον αφορά στην κατανόησή μας απέναντι στο θέμα, έχοντάς το ερευνήσει και χρησιμοποιώντας το σαν κύριο όπλο (και βάσανο) του λίγο-πολύ, σούπερ ήρωα. Ο Ben Affleck είναι Ο Λογιστής, κυριολεκτικά. Ένας απλός, φαινομενικά καθημερινός λογιστής, ο οποίος όμως κάνει τον Άνθρωπο της Βροχής όσον αφορά στις ικανότητές του στα μαθηματικά να μοιάζει με πρωτάρη. Αυτό το προσόν του, σε συνδυασμό με τα κονέ ενός φυλακισμένου με τον οποίο μοιράζονται το ίδιο κελί, τον καθιστούν ιδανικό λογιστή των παρανόμων για δικαιολόγηση των εσόδων τους. Γιατί βρέθηκε φυλακή; Ποια είναι η μυστηριώδης φωνή που του αναθέτει δουλειές; Τι συνέβη στο παρελθόν του; Από πού κατέχει τις φυσικές δυνάμεις του; Γιατί εμπλέκεται σε ένα αιματηρό φονικό; Όλα αυτά είναι κομμάτια ενός παζλ που συμπληρώνεται αργά, σκοτεινά και αιμοβόρικα, χωρίς την αποφυγή υπερβολών, το προβλέψιμο κάποιων αποκαλύψεων, και την προχειρότητα κάποιων άλλων όπως το προφανές της βιτρίνας που ο ήρωας χρησιμοποιεί, το μετέωρο και ανεξήγητο κάποιων πραγμάτων ή το αθέλητο(;) τρανταχτό γέλιο στιγμών όπως η απαράδεκτη αφορμή της συμπλοκής του με ένα πολύ οικείο του πρόσωπο. Αφορμή για την εκκίνηση της λύσης του παζλ θα δοθεί από έναν αξιωματικό του οικονομικού εγκλήματος που εκβιάζει τη βοηθό του (και εδώ με χαζή σεναριακή δικαιολογία) να ανακαλύψει την ταυτότητα του Λογιστή, την ώρα που ο ήρωας εμπλέκεται για ξεκάρφωμα σε μια νόμιμη λογιστική δουλειά, που αποδεικνύεται όμως πιο επικίνδυνη από τις παράνομές του. Ο Ben Affleck που σπάνια ξεπερνάει το βλέμμα της γκαστρωμένης αγελάδας στο παίξιμό του, εδώ ταιριάζει γάντι (ίσως γι’ αυτόν τον λόγο), η Anna Kendrick είναι παντελώς αδιάφορη και ο Gavin O’Connor σκηνοθετεί με φουλ ένταση, και χωρίς παραχωρήσεις όσον αφορά στη βία και τα σκοτάδια. Σούπερ φινάλε, ξαναλέω.

ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: B Ποτέ ο αυτισμός δεν ήταν τόσο θριλεροσυναρπαστικός