Άβα Γαλανοπούλου: «Στο δικαστήριο είδα μπροστά μου τον δολοφόνο μου».



Η ιστορία της έχει τα συστατικά ενός best seller μυθιστορήματος: έρωτα, προδοσία, δικαστήρια, εκατομμύρια που έκαναν φτερά, κατάθλιψη και τάσεις αυτοκτονίας. Ας ελπίσουμε ότι θα έχει και happy end.

Είναι το τρίτο στη σειρά Σάββατο που τον βλέπει να την κοιτάζει αινιγματικά από την πρώτη σειρά του θεάτρου Λαμπέτη. Αμέσως μετά το τέλος της παράστασης Μπαμπά Μην Ξαναπεθάνεις Παρασκευή, την επισκέπτεται στο καμαρίνι, δηλώνει γοητευμένος και της προτείνει να βγουν ραντεβού. Η Άβα είναι έτοιμη να αρνηθεί. Δεν συνηθίζει να βγαίνει με αγνώστους και ειδικά εκείνο το βράδυ δεν είναι στα καλύτερά της λόγω ενός σοβαρού οικογενειακού θέματος που αντιμετωπίζει. Εκείνος επιμένει να πάνε για φαγητό. «Μη μου το αρνηθείς. Έκανα ξανά 700 χλμ. από τον Βόλο όπου ζω μόνιμα για να έρθω στην Αθήνα, μόνο για να σε συναντήσω». Δέχεται, βγαίνουν έξω, την πολιορκεί στενά, μιλούν κάθε μέρα στο τηλέφωνο, ταξιδεύει από Βόλο - Αθήνα πέντε φορές την εβδομάδα για να τη συναντήσει. Της κάνει εκπλήξεις, δώρα και η Άβα ερωτεύεται τελικά έναν άντρα με αραιά μαλλιά και χαρακτηριστικά γυαλιά μυωπίας.Είναι αρκετά έξυπνη και έμπειρη για να γνωρίζει ότι όπου ακούς παραμύθι, ψάξε γρήγορα για να βρεις τον δράκο. Αλλά είναι και μια ερωτευμένη γυναίκα που θέλει να το ζήσει. 

Η γνωριμία
«Όλα ξεκίνησαν τέλη του 2006. Μου συστήθηκε ως λογιστής - επιχειρηματίας από τον Βόλο και κάναμε σχέση. Ορκιζόταν ότι είμαι η γυναίκα της ζωής του, με έπαιρνε εκατό τηλέφωνα την ημέρα, μου έκανε ζήλειες, εκπλήξεις, φαινόταν ερωτευμένος και εγώ είχα ανάγκη από έναν άνθρωπο εκτός χώρου, γενναιόδωρο και δοτικό. Πάνω στο εξάμηνο φτάνει στα αυτιά μου μια πληροφορία ότι είναι παντρεμένος. Δουλεύω καθημερινά από τις 5:30 το πρωί μέχρι τις 12 το βράδυ, πρώτα γύρισμα με το Πενήντα Πενήντα, μετά σπικάζ και διαφημιστικά και έπειτα θέατρο. Δεν προλαβαίνω να εξακριβώσω τι είναι αλήθεια και τι ψέμα, εκείνος μου ορκίζεται ξανά και ξανά ότι είμαι η γυναίκα της ζωής του, ότι πράγματι υπάρχει γάμος αλλά είναι λευκός και ζητά να του δώσω λίγο χρόνο για να κάνει την αίτηση διαζυγίου». Συνεχίζουν να είναι ζευγάρι, με την Άβα να φτάνει στο σημείο να πληρώσει 600 ευρώ ταξί από Αθήνα για Βόλο για να τον συναντήσει έστω για λίγες ώρες.

Η επένδυση
Μια μέρα την καλεί ο λογιστής της. Τυχαίνει εκείνη τη στιγμή να βρίσκονται μαζί με τον σύντροφό της και ακούει ότι η Άβα θα πληρώσει πολλά στην εφορία. Της εξηγεί ότι ως λογιστής, έχει υψηλές γνωριμίες με τραπεζικά στελέχη και πολιτικούς και την πείθει να επενδύσει τους κόπους μιας ζωής για να ανοίξουν μαζί εταιρεία. Της αναφέρει, δε, ότι έχει τις κατάλληλες διασυνδέσεις ώστε να μπορέσει να πολλαπλασιάσει το κεφάλαιό της και να πετύχει να λαμβάνει 7,5% επιτόκιο σε τράπεζες και επενδυτικά προγράμματα. Η Άβα γυρίζει τον χρόνο πίσω και θυμάται: «Το καλοκαίρι του 2007 κάνω την πρώτη μεταφορά χρημάτων από τον προσωπικό μου λογαριασμό. Με έχει πείσει για την εταιρεία, με έχει βάλει να υπογράψω χαρτιά και με διαβεβαιώνει ότι τα χρήματά μου βρίσκονται πλέον σε καλά χέρια. Από το 2008 και μετά, ό,τι αμοιβές έπαιρνα πήγαιναν απευθείας σ’ αυτή την εταιρεία. Λεφτά από σειρές, τηλεταινίες, θέατρο, σπικάζ, μεταγλωττίσεις και διαφημιστικά. Όποτε ρωτούσα για τα χρήματά μου, με καθησύχαζε, λέγοντας, “αυγατίζουν”». Η Άβα φτάνει στο σημείο να του δώσει το τεράστιο ποσό των 1.200.400 ευρώ. Την ίδια ώρα υποτίθεται ότι αυτός φροντίζει για την ασφάλισή της, το ΤΕΒΕ, τις φορολογικές δηλώσεις, τα έξοδα κάθε μήνα, ακόμη και για τον λογαριασμό του κινητού της τηλεφώνου, το οποίο αλλάζει σε εταιρικό. Δικαίως πολλοί αναρωτήθηκαν πού βρήκε η Άβα αυτά τα χρήματα. Ήταν μια ερώτηση που της έκανε ακόμη και στενός της φίλος, σκηνοθέτης του θεάτρου. «Δουλεύω ασταμάτητα πριν ακόμη τελειώσω το σχολείο. Έχω εργαστεί ως σερβιτόρα, έχω κάνει ιδιαίτερα μαθήματα ως φοιτήτρια της Φιλοσοφικής, διορθώσεις κειμένων, baby sitting και ύστερα μπαίνουν στη ζωή μου το θέατρο, τα τηλεοπτικά σενάρια, οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι στις πιο πετυχημένες σειρές. Ξεκίνησα από το μηδέν σ’ αυτή τη δουλειά και πήγα βήμα-βήμα. Έζησα τη χρυσή 20ετία της τηλεόρασης και εργάζομαι χωρίς σταματημό από το καλοκαίρι του ‘82. Ό,τι χρήματα έβγαζα, τα κρατούσα. Μια περιουσία ζωής, που δεν την έκανα ούτε σπίτια ούτε οικόπεδα. Έφτυσα αίμα για να τα αποκτήσω. Δεν μου τα χάρισαν, δεν τα έκλεψα, δεν υπήρξα κληρονόμος και δεν κέρδισα το τζόκερ. Τα δούλεψα μέχρι το τελευταίο ευρώ», εξηγεί η ίδια. Ενδεικτικά, μόνο τα χρόνια που στο MEGA έπαιζαν οι Λατρεμένοι Μου Γείτονες, η Άβα, ως κεντρική πρωταγωνίστρια, αμειβόταν αρχικά με 4.000 ευρώ το επεισόδιο και στον δεύτερο κύκλο με 7.500 ευρώ.

Η αρχή του τέλους
Το 2011 νοσηλεύεται εκτάκτως στο νοσοκομείο με οξεία περιτονίτιδα. Κάνει μια δύσκολη εγχείρηση, παρουσιάζει επιπλοκές και οι γιατροί την ενημερώνουν πως κινδυνεύει σοβαρά η ζωή της και πως ζει από θαύμα. Με φοβερούς μετεγχειρητικούς πόνους και μέσα στον πανικό της, ζητά από τον σύντροφό της τα χρήματά της πίσω διότι θέλει να τα αφήσει στις ανιψιές της. «Ήταν η πρώτη φορά που τον είδα να παγώνει, να χλομιάζει και να χάνει το χρώμα του. Μου είπε ότι δεν γίνεται να σπάσει τις προθεσμιακές και να σταματήσω να σκέφτομαι μακάβρια πράγματα. Από τότε άρχισαν να μου μπαίνουν στο μυαλό υποψίες ότι κάτι δεν πάει καλά με τα χρήματά μου. Ζητούσα έγγραφα και χαρτιά, μια απόδειξη για να δω ότι όλα είναι στη θέση τους. Αντ’ αυτού άρχισε να εξαφανίζεται». Έναν χρόνο μετά και ενώ έχει ενημερωθεί ήδη από τον ασφαλιστή της ότι στο μεσοδιάστημα δεν έχει πληρωθεί η ασφάλειά της αλλά ούτε και το νοσοκομείο όπου έκανε την εγχείρηση και χρειάστηκε να νοσηλευθεί για πολλές μέρες, η Άβα του υπενθυμίζει ότι κρατά αυτός όλα της τα χρήματα και ζητά επιμόνως να της τα επιστρέψει. Ξανά δικαιολογίες και αναβολές μέχρι που συναντιούνται ένα απόγευμα στην Αίγλη Ζαππείου, με την Άβα να του δίνει τελεσίγραφο: «Αν δεν μου τα επιστρέψεις άμεσα, θα προχωρήσω δικαστικά». Την επόμενη μέρα επισκέπτεται δικηγόρο. 

Η δικαίωση
Από εδώ και πέρα η ιστορία περιπλέκεται. Ψεύτικα έγγραφα, λευκές επιταγές, χρήματα που δήθεν βγήκαν στην Ελβετία, εμβάσματα, αλληλομηνύσεις και πολλά άλλα που κατατέθηκαν στο δικαστήριο Λάρισας την περασμένη Δευτέρα. Η Άβα Γαλανοπούλου δηλώνει στις κάμερες «πιστεύω στην ελληνική Δικαιοσύνη και τη Θεία Δίκη», οι δικαστές καταδικάζουν τον κατηγορούμενο πρώην σύντροφό της σε έξι χρόνια φυλάκιση και η δικαστική απόφαση αναφέρει ότι πρέπει να της επιστραφεί άμεσα το ποσό των 250.000 ευρώ για το ποινικό σκέλος της υπόθεσης και 400.000 ευρώ στη συνέχεια, για την αστική διαφορά. Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι δικαστές τη ρωτούν: «Εσείς, μια μορφωμένη και έξυπνη γυναίκα, με καριέρα στο θέατρο και την τηλεόραση, με μητέρα διευθύντρια σε τράπεζα και πατέρα απόφοιτο Πολυτεχνείου, πώς επιτρέψατε να σας συμβεί κάτι τέτοιο;». Η Άβα Γαλανοπούλου απαντά αυθόρμητα: «Τον ερωτεύθηκα πολύ. Και τον εμπιστεύθηκα απόλυτα». Στο μυαλό της εκείνη την ώρα έρχεται φευγαλέα η Μήδεια, του Ευριπίδη, που τυφλωμένη από έρωτα, φτάνει στο σημείο να σκοτώσει τα παιδιά της.

Η Άβα Γαλανοπούλου σε πρώτο ενικό
Συναντηθήκαμε το βράδυ της περασμένης Παρασκευής στο ήσυχο και φιλόξενο 48 Urban, ένα από τα πολύ αγαπημένα στέκια της Άβας. Με ένα μπουκάλι κρασί, κλειστά κινητά και εξομολογητική διάθεση, μου διηγήθηκε όσα έζησε αυτά τα δώδεκα χρόνια. 

«Δεν ήταν το όνειρο της ζωής μου να μείνω χωρίς λεφτά, να νιώσω όλη αυτή την προδοσία, να κρεμαστεί η προσωπική μου ζωή στα μανταλάκια, να μου φαίνεται βουνό να σηκωθώ από το κρεβάτι ακόμη και για τσιγάρα. Πέρασα από τα μαύρα σκοτάδια και σήμερα παλεύω να ξανασταθώ στα πόδια μου. Έχω πνιγεί στα χρέη που μου έχει φορτώσει αυτός ο άνθρωπος. Είμαι τόσο συγχυσμένη, που μιλάω πια για τα λεφτά σαν να είναι χαρτοπετσέτες. Μόνο στη λέξη χρήμα, παθαίνω κρίση πανικού. Από το 2012 ακόμη, καταλάβαινα ότι κάτι δεν πάει καλά. Άκουγα μόνο δικαιολογίες: “Έπαθα λάστιχο, μου χάλασε η Mercedes, έσπασε η κόρη μου το πόδι της, έπαθε η μάνα μου καταρράκτη”. Ανησυχούσα για τα χρήματά μου και μου έλεγε: “Τι φοβάσαι, αγαπάκι, ότι θα σ’ τα φάω εγώ; Αφού σε λατρεύω”. Μου είπε μέχρι και ότι έχει βγάλει τα χρήματα στην Ελβετία. Πες με χαζή, ανόητη, αφελή, επιπόλαιη, αλλά δεν ήξερα τίποτα από οικονομικά, όπως οι περισσότεροι καλλιτέχνες».

«Ακόμη και τώρα δεν θα πάρω πίσω ότι τον ερωτεύθηκα με πάθος. Δεν φανταζόμουν ποτέ πώς μια ερωτευμένη γυναίκα φτάνει στο σημείο να ζήσει την κόλαση. Αν μου έλεγες πριν από κάποια χρόνια ότι θα το περνούσα όλο αυτό, θα μου φαινόταν αδιανόητο. Είναι θαύμα το ότι ζω σήμερα. Και το λέω κυριολεκτικά. Από ένα σημείο και μετά, ο οργανισμός μου κατέρρευσε, μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία και παρακαλούσα να πεθάνω. Δεν είχα νευρική ανορεξία, όπως έγραφαν. Δεν ήθελα να ζω. Σκεφτόμουν τρόπους να πεθάνω. Η απόφαση του δικαστηρίου με κράτησε στη ζωή. Ήταν η πρώτη ανάσα εδώ και δέκα χρόνια. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι ήταν τόσο οργανωμένο το έγκλημά του, ότι δεν με ερωτεύθηκε ποτέ, ότι με πλησίασε μονάχα για τα λεφτά και με πρόδωσε. Μου πήρε πολύ καιρό να αποδεχτώ την αλήθεια και κατόπιν πέρασα από το στάδιο του πένθους, που δεν ξέρω αν θα μου φύγει ποτέ. Η μέρα που βγήκε η καταδικαστική απόφαση, λοιπόν, ήταν, εδώ και πολλά χρόνια, η πρώτη όμορφη μέρα της ζωής μου».

«Ήταν τρομερό το σοκ όταν τον αντίκρισα μέσα στην αίθουσα. Διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας και ένιωσα ότι θέλω να βγάλω τα σωθικά μου. Είδα στο δικαστήριο, μπροστά μου, τον δολοφόνο μου. Και τον είδα να γελά μαζί μου, να καγχάζει και να με χαρακτηρίζει ψεύτρα. Προσεύχομαι να ξημερώσει η μέρα που θα πω: “Άβα, εφιάλτης ήταν και πέρασε”. Θέλω να φύγει από μέσα μου κάθε ίχνος του, θέλω να σταθώ στα πόδια μου και να ξαναβγώ στη ζωή. Ναι, η ζωή είναι ωραία και το λέω εγώ αυτό, μετά τα όσα πέρασα. Θέλω να δουλέψω και να βρεθώ με ωραίους ανθρώπους. Υπάρχουν ωραίοι άνθρωποι, απλώς είναι λίγοι». 

«Βέβαια έχω γίνει πιο επιφυλακτική. Μου λένε οι φίλοι μου να ερωτευθώ. Πώς μπορώ να εμπιστευθώ ξανά έναν άντρα; Προς το παρόν μού είναι αδιανόητο. Το έγκλημά μου ήταν ότι ερωτεύθηκα και αυτό το πλήρωσα ακριβά. Ήμουν πάντα του la passione, δεν μπορούσα τα ξενέρωτα. Από την άλλη, ίσως αυτό με έσωσε. Αν δεν είχα βγάλει το άχτι μου σ’ αυτή τη ζωή, αν δεν είχα κάνει τις τρέλες μου, τα ταξίδια μου, αν δεν είχα παίξει τους ρόλους που αγάπησα, αυτήν τη στιγμή, με όλο αυτό που μου έτυχε, δεν θα ζούσα. Θα είχα εγκαταλείψει τον μάταιο τούτο κόσμο. Αυτός δεν περίμενε ποτέ ότι θα φτάσω μέχρι το τέλος. Έχω υποστεί τρομερή κακοποίηση, σε όλα τα επίπεδα και σε βαθμό κακουργήματος. Ροκάνιζε τον χρόνο για να μου σπάσει τα νεύρα, να μην έχω άλλες αντοχές και να πω “παραιτούμαι”. Άκουγε ότι μπαινόβγαινα στα νοσοκομεία και νόμιζε ότι θα τα τινάξω. Πιστεύω στη Θεία Δίκη, πιστεύω και στην κάθαρση, όπως αυτή ορίζεται στις αρχαίες τραγωδίες. Έχει κάνει τόσα εγκλήματα εις βάρος μου». 

«Κάποιοι νομίζουν ότι έχω πάρει ήδη τα χρήματα και ότι αυτήν τη στιγμή είμαι πλούσια. Με ρώτησε, μάλιστα, συνάδελφος “πότε θα μας κάνεις το τραπέζι να το γιορτάσουμε;”. Τίποτα δεν έχω πάρει και ούτε ξέρω αν θα τα πάρω ποτέ. Αλλά το χρωστάω, πάνω απ’ όλα στον εαυτό μου, να σταθώ όρθια και να παλέψω μέχρι τέλους για την ηθική μου πρώτα δικαίωση. Και για όλες τις γυναίκες εκεί έξω που δεν έχουν το βήμα ή το θάρρος να μιλήσουν. Αν έχω σώσει έστω και μια γυναίκα διηγούμενη την ιστορία μου, εγώ είμαι ευτυχισμένη. Γιατί ξέρω τι σημαίνει προδοσία, τι σημαίνει να μην μπορείς για καιρό να μιλήσεις πουθενά, να μην μπορείς να δουλέψεις, να έχεις γίνει ένα μάτσο κόκαλα με ρούχα και να σου λένε “πώς κατάντησες έτσι;” αλλά να μην ξέρει κανείς τι σου συμβαίνει, να βάζεις δύο και τρία κολάν μέσα από το παντελόνι για να μη φανεί ότι από τη στενοχώρια σου έχεις φτάσει τα 45 κιλά, να κάνεις Χριστούγεννα στο νοσοκομείο με πνευμονία. Ποτέ δεν περίμενα ότι μέσα από αυτό τον έρωτα θα έφτανα στην κόλαση. Γι’ αυτό σκέφτηκα να βάλω ένα τέλος. Ζούσα πια μόνο με νερό και καφέ».

«Περνάω πολύ δύσκολα οικονομικά. Πλέον τα πάντα για εμένα είναι πολυτέλεια. Και φυσικά έχασα ανθρώπους από τη ζωή μου, αλλά κέρδισα άλλους που εμφανίστηκαν από το πουθενά, ως από μηχανής θεοί, μου κράτησαν το χέρι και μου είπαν “εγώ είμαι εδώ”. Ο δικηγόρος μου, Δημοσθένης Πέππας, και ο Σπύρος Παπαδόπουλος είναι στη δική μου περίπτωση, αυτοί οι άνθρωποι. Οι φύλακες άγγελοί μου».

«Θέλω πια να κάνω μια νέα αρχή. Δεν είμαι εκδικητική, έχω μάθει στη ζωή μου να συγχωρώ. Ζητάω πίσω τα χρήματά μου για να ξεχρεώσω τα φέσια που μου άφησε και επιτέλους να ζήσω σαν άνθρωπος. Και μέσα από αυτή τη συνέντευξη στέλνω ένα μήνυμα σε όλες τις γυναίκες εκεί έξω: “Κορίτσια, ανοίξτε τα στόματα. Η σιωπή είναι συνενοχή. Όσο δεν μιλάτε υποθάλπετε έναν εγκληματία και κινδυνεύετε να πάθετε και εσείς το ίδιο. Μην αφήσετε ατιμώρητο κανέναν απατεώνα που στο όνομα της δήθεν αγάπης σάς έχει εξαπατήσει σε όλα τα επίπεδα”».

 

Από τη Φανή Πλατσατούρα
Φωτογραφίες ΚΟΣΜΑΣ ΚΟΥΜΙΑΝΟΣ 
Make-up/Hair Styling EΛΙΣΑΒΕΤ ΔΕΡΕ
Styling ΦΙΛΙΤΣΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ

Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία το 48 URBAN GARDEN

DownΤown,

Το εβδομαδιαίο περιοδικό που διαβάζεις, κάθε Πέμπτη στα περίπτερα.